Υπάρχουν στιγμές που ένας έφηβος ανοίγει ξαφνικά μια συζήτηση: στο αυτοκίνητο, λίγο πριν κοιμηθεί, την ώρα που τρώει ή ενώ κοιτάζει κάπου αλλού. Για τον γονιό, το ένστικτο είναι συχνά άμεσο: να βρει τη λύση, να προειδοποιήσει, να εξηγήσει τι πρέπει να γίνει.
Όμως όταν το παιδί αποφασίζει να μιλήσει, το πρώτο ζητούμενο δεν είναι πάντα η λύση. Είναι να καταλάβει ότι μπορεί να ολοκληρώσει αυτό που θέλει να πει χωρίς να κριθεί ή να διορθωθεί αμέσως.
Η ενεργητική ακρόαση δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε
Η UNICEF επισημαίνει ότι η ενεργητική ακρόαση βοηθά τους εφήβους να νιώθουν ότι ακούγονται, κατανοούνται και δεν είναι μόνοι με αυτό που τους απασχολεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γονιός πρέπει να συμφωνήσει με κάθε άποψη ή επιλογή του παιδιού.
Σημαίνει ότι, πριν απαντήσει, προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς ακούει. Μια φράση όπως «αν σε καταλαβαίνω σωστά, ένιωσες ότι σε άφησαν απ’ έξω» μπορεί να είναι πιο χρήσιμη από ένα γρήγορο «μην ασχολείσαι, δεν αξίζει».
Ρωτήστε τι χρειάζεται από εσάς
Ένα απλό ερώτημα μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη συζήτηση: «Θέλεις να σκεφτούμε μαζί τι μπορείς να κάνεις ή θέλεις απλώς να σε ακούσω;»
Με αυτόν τον τρόπο ο έφηβος αποκτά χώρο να ξεκαθαρίσει τι χρειάζεται. Μπορεί να ζητά πρακτική βοήθεια. Μπορεί να θέλει μια δεύτερη γνώμη. Μπορεί απλώς να χρειάζεται να πει δυνατά κάτι δύσκολο πριν μπορέσει να το επεξεργαστεί μόνος του.
Μην κάνετε ανάκριση
Οι πολλές διαδοχικές ερωτήσεις μπορούν εύκολα να μετατρέψουν μια αυθόρμητη εξομολόγηση σε ανάκριση. Προτιμήστε ανοιχτές ερωτήσεις και αφήστε μικρές παύσεις. Το «τι έγινε μετά;» ή «πώς σε έκανε να νιώσεις αυτό;» κρατά τη συζήτηση ανοιχτή χωρίς να επιβάλλει κατεύθυνση.
Το ίδιο ισχύει και για τη γλώσσα του σώματος. Η προσοχή, η ήρεμη στάση και το να μην κοιτάμε συνεχώς το κινητό δείχνουν ότι αυτό που λέει το παιδί έχει χώρο και χρόνο.
Αποφύγετε να μικρύνετε το πρόβλημα
Για έναν ενήλικα, μια σύγκρουση με φίλους, ένα σχόλιο στο σχολείο ή μια απογοήτευση μπορεί να φαίνονται μικρά. Για τον έφηβο, όμως, μπορεί να είναι το σημαντικότερο γεγονός της ημέρας του. Φράσεις όπως «σιγά, θα περάσει» ή «αυτά δεν είναι προβλήματα» μπορεί να κλείσουν τη συζήτηση πιο γρήγορα από όσο νομίζουμε.
Μια πιο χρήσιμη απάντηση είναι να αναγνωρίσουμε το συναίσθημα χωρίς να δραματοποιήσουμε την κατάσταση: «Καταλαβαίνω γιατί σε πείραξε» ή «ακούγεται ότι ήταν δύσκολη στιγμή».
Η συμβουλή έχει μεγαλύτερη αξία όταν έρθει μετά την ακρόαση
Όταν ο έφηβος νιώθει ότι ακούστηκε, είναι συνήθως πιο δεκτικός σε μια συζήτηση για επιλογές και συνέπειες. Τότε ο γονιός μπορεί να μοιραστεί εμπειρία, να βάλει όρια όπου χρειάζεται ή να βοηθήσει το παιδί να εξετάσει διαφορετικές λύσεις.
Ο στόχος δεν είναι να μετατρέψουμε κάθε συζήτηση σε θεραπευτική συνεδρία. Είναι να χτίσουμε την αίσθηση ότι όταν κάτι πραγματικά δύσκολο συμβεί, το παιδί θα ξέρει πως μπορεί να επιστρέψει και να μιλήσει.
Αν ένας έφηβος δείχνει επίμονη θλίψη, έντονο άγχος, απομόνωση, σημαντικές αλλαγές σε ύπνο ή φαγητό ή εκφράζει σκέψεις αυτοτραυματισμού, η συζήτηση στο σπίτι δεν αρκεί και χρειάζεται άμεση επικοινωνία με παιδίατρο ή κατάλληλο επαγγελματία ψυχικής υγείας.









