Πρέπει πάντα το παιδί να μοιράζεται;

«Δώστο λίγο στο παιδάκι.»

«Μην είσαι εγωιστής.»

«Έλα τώρα, μοιράσου το.»

Πολλοί γονείς έχουν πει αυτές τις φράσεις σε μια παιδική χαρά, σε ένα σπίτι φίλων ή σε μια οικογενειακή επίσκεψη. Συνήθως δεν το κάνουν επειδή θέλουν να πιέσουν το παιδί τους, αλλά επειδή νιώθουν αμηχανία. Όταν ένα παιδί κρατά σφιχτά το παιχνίδι του και αρνείται να το δώσει, ο γονιός συχνά φοβάται ότι οι άλλοι θα σκεφτούν πως το παιδί είναι αγενές, κακομαθημένο ή εγωιστικό.

Όμως το μοίρασμα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Δεν είναι μια συμπεριφορά που μαθαίνεται με μία εντολή ούτε κάτι που ένα παιδί κατακτά επειδή του το ζητάμε μπροστά σε άλλους. Είναι μια κοινωνική δεξιότητα που χτίζεται σταδιακά και συνδέεται με την ηλικία, την ανάπτυξη, την ασφάλεια και την κατανόηση των προσωπικών ορίων.

Ένα παιδί που δεν θέλει να μοιραστεί το παιχνίδι του δεν είναι απαραίτητα αγενές. Μπορεί απλώς να μαθαίνει τι σημαίνει «δικό μου», πριν μπορέσει να καταλάβει πραγματικά τι σημαίνει «το μοιράζομαι».

Γιατί τα μικρά παιδιά δυσκολεύονται να μοιραστούν;

Για έναν ενήλικα, το μοίρασμα μπορεί να φαίνεται αυτονόητο. Για ένα μικρό παιδί, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του, το παιδί προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό του, τους άλλους και τα όρια ανάμεσα στο «εγώ» και στο «οι υπόλοιποι».

Το αγαπημένο του αυτοκινητάκι, η κούκλα, το βιβλίο ή το λούτρινο ζωάκι δεν είναι απλώς αντικείμενα. Συχνά είναι κομμάτι της ασφάλειάς του, της ρουτίνας του ή του τρόπου με τον οποίο οργανώνει το παιχνίδι του. Όταν ένας ενήλικας του ζητά ξαφνικά να το δώσει σε ένα άλλο παιδί, εκείνο μπορεί να το βιώσει σαν απώλεια ελέγχου.

Το παιδί δεν σκέφτεται απαραίτητα «δεν θέλω να είμαι γενναιόδωρο». Μπορεί να σκέφτεται «είναι δικό μου», «παίζω ακόμη», «αν το δώσω, θα το πάρω πίσω;», «γιατί πρέπει να το δώσω τώρα;». Αυτές οι αντιδράσεις είναι μέρος της αναπτυξιακής διαδικασίας και δεν σημαίνουν ότι το παιδί θα γίνει εγωιστής ενήλικας.

Το μοίρασμα δεν μαθαίνεται με πίεση

Όταν πιέζουμε ένα παιδί να δώσει αμέσως το παιχνίδι του, μπορεί να πετύχουμε προσωρινά την εξωτερική συμπεριφορά που θέλουμε. Το παιδί ίσως δώσει το παιχνίδι, ίσως σταματήσει να φωνάζει, ίσως αποφύγουμε την αμηχανία μπροστά στους άλλους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έμαθε πραγματικά να μοιράζεται.

Το μοίρασμα που γίνεται από φόβο, ντροπή ή πίεση δεν είναι γενναιοδωρία. Είναι συμμόρφωση. Το παιδί μαθαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείπει κάτι δικό του για να είναι «καλό παιδί» ή για να μη δυσαρεστήσει τους μεγάλους.

Αντίθετα, όταν ένα παιδί νιώθει ότι τα πράγματά του γίνονται σεβαστά, είναι πιο πιθανό να μάθει σταδιακά να τα μοιράζεται με ασφάλεια. Η αίσθηση ότι «μπορώ να πω όχι» δεν εμποδίζει τη γενναιοδωρία. Συχνά την κάνει πιο αληθινή.

Άλλο το προσωπικό αντικείμενο, άλλο το κοινό παιχνίδι

Δεν είναι όλα τα παιχνίδια ίδια για ένα παιδί. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε ένα παιχνίδι που βρίσκεται σε κοινόχρηστο χώρο και σε ένα αγαπημένο προσωπικό αντικείμενο που το παιδί έχει φέρει από το σπίτι.

Στην παιδική χαρά, για παράδειγμα, η τσουλήθρα, η κούνια ή ένα παιχνίδι του παιδότοπου χρησιμοποιούνται με σειρά. Εκεί ο γονιός μπορεί να βοηθήσει το παιδί να καταλάβει ότι υπάρχουν κανόνες κοινής χρήσης: «Τώρα κάνει το άλλο παιδί και μετά θα έρθει ξανά η σειρά σου.»

Αν όμως το παιδί έχει φέρει μαζί του το αγαπημένο του φορτηγό ή ένα λούτρινο που το κρατά συνέχεια, δεν είναι υποχρεωμένο να το δώσει επειδή το ζήτησε ένα άλλο παιδί. Μπορεί να ενθαρρυνθεί να το μοιραστεί, αλλά δεν χρειάζεται να εξαναγκαστεί.

Αυτή η διάκριση βοηθά το παιδί να καταλάβει ότι υπάρχουν αντικείμενα που μοιραζόμαστε επειδή ανήκουν σε όλους και αντικείμενα που είναι προσωπικά και χρειάζονται σεβασμό.

Τι μπορεί να πει ο γονιός αντί για «δώστο τώρα»;

Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο γονιός έχουν μεγάλη σημασία. Αντί να πούμε «μην είσαι εγωιστής», μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί να βρει έναν τρόπο να διαχειριστεί την κατάσταση χωρίς ντροπή και χωρίς πίεση.

Μπορούμε να πούμε:

«Θέλεις να παίξεις λίγο ακόμη και μετά να το δώσεις;»

«Αυτό είναι δικό σου και μπορείς να αποφασίσεις αν θέλεις να το μοιραστείς.»

«Αν δεν θέλεις να το δώσεις, μπορούμε να βρούμε ένα άλλο παιχνίδι για το άλλο παιδί.»

«Όταν είμαστε σε κοινόχρηστο χώρο, τα παιχνίδια τα χρησιμοποιούμε με σειρά.»

«Βλέπω ότι σου είναι δύσκολο να το δώσεις τώρα. Μπορούμε να βάλουμε χρονόμετρο και μετά να δούμε αν θέλεις να αλλάξετε παιχνίδια.»

Με αυτόν τον τρόπο ο γονιός δεν ακυρώνει την ανάγκη του άλλου παιδιού, αλλά ούτε και πιέζει το δικό του να εγκαταλείψει αμέσως κάτι που έχει σημασία για εκείνο.

Όταν οι γονείς νιώθουν αμηχανία μπροστά στους άλλους

Συχνά η πίεση για μοίρασμα δεν ξεκινά από το ίδιο το παιδί, αλλά από την αμηχανία των ενηλίκων. Ένας άλλος γονιός κοιτάζει, ένα παιδί κλαίει, ένας συγγενής σχολιάζει «άστο να το πάρει λίγο» και ξαφνικά ο γονιός νιώθει ότι πρέπει να αποδείξει πως μεγαλώνει ένα ευγενικό παιδί.

Σε αυτές τις στιγμές χρειάζεται ψυχραιμία. Το ζητούμενο δεν είναι να φανεί το παιδί «καλό» στα μάτια των άλλων, αλλά να μάθει σταδιακά πώς λειτουργούν οι σχέσεις, τα όρια και η συνύπαρξη.

Μια απλή φράση μπορεί να βοηθήσει:

«Παίζει ακόμη με αυτό. Θα δούμε σε λίγο αν θέλει να το μοιραστεί.»

ή

«Αυτό είναι το προσωπικό του παιχνίδι. Μπορούμε να βρούμε κάτι άλλο για να παίξουν μαζί.»

Έτσι ο γονιός δείχνει σεβασμό και στα δύο παιδιά, χωρίς να εκθέτει το δικό του.

Πότε χρειάζεται να παρέμβει ο γονιός;

Το γεγονός ότι δεν πιέζουμε το παιδί να μοιραστεί δεν σημαίνει ότι αφήνουμε κάθε συμπεριφορά ανεξέλεγκτη. Ο γονιός χρειάζεται να παρέμβει όταν υπάρχει σωματική ένταση, αρπαγή, χτύπημα, σπρώξιμο ή όταν ένα παιδί προσπαθεί να επιβληθεί στο άλλο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το όριο πρέπει να είναι καθαρό:

«Δεν χτυπάμε για ένα παιχνίδι.»

«Δεν αρπάζουμε από τα χέρια του άλλου.»

«Αν το θέλεις, μπορείς να το ζητήσεις. Δεν το παίρνεις με τη βία.»

Το παιδί χρειάζεται να μάθει ότι έχει δικαίωμα να πει όχι, αλλά δεν έχει δικαίωμα να πληγώσει κάποιον άλλον. Τα όρια δεν αφορούν μόνο την προστασία των προσωπικών αντικειμένων, αλλά και τον σεβασμό προς τους άλλους.

Πώς μαθαίνεται η γενναιοδωρία;

Η γενναιοδωρία δεν μαθαίνεται με ντροπή. Μαθαίνεται μέσα από το παράδειγμα, την εμπειρία και την επανάληψη.

Ένα παιδί που βλέπει τους γονείς του να μοιράζονται, να περιμένουν τη σειρά τους, να σέβονται τα πράγματα των άλλων και να ζητούν άδεια πριν πάρουν κάτι, σταδιακά εσωτερικεύει αυτές τις συμπεριφορές.

Μπορούμε επίσης να δημιουργούμε ευκαιρίες για μοίρασμα χωρίς πίεση. Για παράδειγμα, πριν έρθει ένα παιδί στο σπίτι, μπορούμε να ρωτήσουμε:

«Ποια παιχνίδια θέλεις να παίξετε μαζί και ποια θέλεις να κρατήσεις μόνο για εσένα;»

Αυτή η ερώτηση είναι πολύ σημαντική. Δείχνει στο παιδί ότι δεν χρειάζεται να διαθέσει όλα του τα πράγματα για να είναι καλός οικοδεσπότης. Ταυτόχρονα, το προετοιμάζει να επιλέξει με ποια παιχνίδια είναι άνετο να παίξουν μαζί.

Το «όχι» του παιδιού δεν είναι πάντα αγένεια

Πολλοί ενήλικες δυσκολεύονται να ακούσουν ένα παιδικό «όχι», ειδικά όταν αφορά το μοίρασμα. Όμως το «όχι» είναι μια σημαντική λέξη στην ανάπτυξη των ορίων.

Ένα παιδί που μαθαίνει ότι μπορεί να πει «δεν θέλω να δώσω αυτό το παιχνίδι» μαθαίνει επίσης ότι το σώμα του, τα αντικείμενά του και οι επιλογές του έχουν αξία. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αποφασίζει πάντα μόνο του για όλα. Σημαίνει ότι μέσα σε ασφαλή και λογικά πλαίσια, η φωνή του ακούγεται.

Ο σεβασμός στο «όχι» του παιδιού δεν το κάνει αγενές. Το βοηθά να καταλάβει ότι και οι άλλοι άνθρωποι έχουν αντίστοιχα όρια. Έτσι, όταν ένα άλλο παιδί δεν θέλει να μοιραστεί κάτι μαζί του, μπορεί σταδιακά να μάθει να το αποδέχεται.

Τι γίνεται με τα αδέλφια;

Το μοίρασμα ανάμεσα σε αδέλφια είναι ακόμη πιο σύνθετο, γιατί τα παιδιά μοιράζονται ήδη πολλά: τον χώρο, τον χρόνο των γονιών, την καθημερινότητα, πολλές φορές ακόμη και τα παιχνίδια.

Είναι σημαντικό κάθε παιδί να έχει ορισμένα αντικείμενα που είναι δικά του και δεν χρειάζεται να τα μοιράζεται πάντα. Αυτό βοηθά στη μείωση των εντάσεων και δίνει στα παιδιά την αίσθηση ότι η προσωπική τους περιοχή γίνεται σεβαστή.

Παράλληλα, μπορούν να υπάρχουν και κοινά παιχνίδια, με κανόνες χρήσης. Για παράδειγμα, «αυτό το παιχνίδι είναι κοινό, άρα το χρησιμοποιείτε με σειρά», αλλά «αυτό είναι το αγαπημένο βιβλίο της αδελφής σου, οπότε χρειάζεται να τη ρωτήσεις πριν το πάρεις».

Με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά μαθαίνουν και τη συνύπαρξη και τον σεβασμό στην ατομικότητα.

Όταν το παιδί δεν μοιράζεται ποτέ

Αν ένα παιδί δυσκολεύεται συστηματικά να μοιραστεί οτιδήποτε, σε κάθε περιβάλλον και με όλα τα παιδιά, οι γονείς μπορούν να παρατηρήσουν τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτό. Μήπως φοβάται ότι δεν θα πάρει πίσω τα πράγματά του; Μήπως έχει βιώσει συχνά αρπαγές από άλλα παιδιά; Μήπως νιώθει ότι δεν έχει αρκετό έλεγχο στην καθημερινότητά του; Μήπως στο σπίτι του ζητείται συνεχώς να υποχωρεί;

Η λύση δεν είναι να το πιέσουμε περισσότερο. Είναι να το βοηθήσουμε να νιώσει ασφάλεια. Μπορούμε να ξεκινήσουμε με μικρά βήματα: να μοιραστεί ένα παιχνίδι για λίγα λεπτά, να ανταλλάξει παιχνίδια με ένα άλλο παιδί, να επιλέξει μόνο του τι θέλει να διαθέσει και τι όχι.

Η πρόοδος στο μοίρασμα δεν έρχεται πάντα γρήγορα. Χρειάζεται χρόνο και επανάληψη.

Τι μαθαίνει τελικά ένα παιδί όταν δεν πιέζεται να μοιραστεί;

Μαθαίνει ότι τα όριά του έχουν σημασία. Μαθαίνει ότι μπορεί να είναι γενναιόδωρο χωρίς να ακυρώνει τον εαυτό του. Μαθαίνει ότι το μοίρασμα δεν είναι τιμωρία ούτε υποχρέωση για να το αγαπούν οι άλλοι, αλλά μια πράξη που μπορεί να κάνει όταν αισθάνεται έτοιμο και ασφαλές.

Ταυτόχρονα, μαθαίνει ότι και οι άλλοι έχουν δικαιώματα. Ότι δεν μπορεί να αρπάζει, να χτυπά ή να απαιτεί. Ότι σε έναν κοινόχρηστο χώρο υπάρχουν κανόνες. Ότι στις σχέσεις χρειάζεται να ακούμε και τον εαυτό μας και τους άλλους.

Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος. Όχι να δώσει ένα παιχνίδι εκείνη τη στιγμή για να τελειώσει η ένταση, αλλά να μάθει σταδιακά πώς χτίζονται οι σχέσεις με σεβασμό.

Το μοίρασμα θέλει χρόνο

Τα παιδιά δεν γίνονται γενναιόδωρα επειδή τα πιέζουμε να δώσουν κάτι που αγαπούν. Γίνονται γενναιόδωρα όταν νιώθουν ασφάλεια, όταν βλέπουν τους ενήλικες να λειτουργούν με σεβασμό και όταν τους δίνεται ο χρόνος να καταλάβουν τι σημαίνει να μοιράζομαι.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να ζητάμε από ένα παιδί να μοιράζεται πάντα, παντού και αμέσως. Χρειάζεται να το βοηθάμε να αναγνωρίζει τα δικά του όρια, να σέβεται τα όρια των άλλων και να ανακαλύπτει τη χαρά του μοιράσματος χωρίς φόβο ή ντροπή.

Γιατί ένα παιδί που μπορεί να πει «αυτό είναι δικό μου» με ασφάλεια, είναι πιο πιθανό αργότερα να πει και «θέλω να το μοιραστώ μαζί σου» με αληθινή χαρά.

Share it!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ