Όταν ένα παιδί σπρώχνει, κοροϊδεύει, αποκλείει ή πληγώνει ένα άλλο παιδί, οι μεγάλοι συχνά προσπαθούν να το μειώσουν. «Παιδιά είναι». «Έτσι κάνουν τα αγόρια». «Μην το παίρνεις τόσο σοβαρά». «Ήταν απλώς πλάκα». «Να μάθει να αντέχει». Αυτές οι φράσεις μπορεί να λέγονται για να πέσουν οι τόνοι, όμως πολλές φορές καταφέρνουν το αντίθετο: κάνουν μια βίαιη ή ταπεινωτική συμπεριφορά να φαίνεται φυσιολογική.
Η βία ανάμεσα στα παιδιά δεν ξεκινά πάντα από ένα μεγάλο, σοκαριστικό περιστατικό. Συχνά χτίζεται σε μικρές καθημερινές στιγμές που οι μεγάλοι δεν βλέπουν, δεν αξιολογούν σωστά ή δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν. Ένα παιδί που αρπάζει συνεχώς παιχνίδια χωρίς συνέπεια. Ένα παιδί που κοροϊδεύει και όλοι γελούν. Ένα παιδί που αποκλείει κάποιο άλλο από την παρέα και αυτό θεωρείται «κοινωνική δυναμική». Ένα παιδί που μαθαίνει ότι αν φωνάξει, πιέσει ή ταπεινώσει, τελικά θα πάρει αυτό που θέλει.
Το θέμα δεν είναι να βιαστούμε να βάλουμε ταμπέλα σε ένα παιδί και να το πούμε «bully». Το θέμα είναι να αναγνωρίσουμε έγκαιρα συμπεριφορές που πληγώνουν. Το StopBullying.gov ορίζει το bullying ως ανεπιθύμητη επιθετική συμπεριφορά ανάμεσα σε παιδιά σχολικής ηλικίας, που περιλαμβάνει πραγματική ή αντιληπτή ανισορροπία δύναμης και επανάληψη ή πιθανότητα επανάληψης. Με άλλα λόγια, δεν είναι κάθε σύγκρουση bullying, αλλά ούτε κάθε «πλάκα» είναι αθώα.
Πότε η «πλάκα» παύει να είναι πλάκα
Τα παιδιά πειράζονται, διαφωνούν, μαλώνουν, ζηλεύουν, δοκιμάζουν ρόλους και κάποιες φορές φέρονται άτσαλα. Αυτό είναι μέρος της ανάπτυξης. Όμως υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια σύγκρουση και σε μια συμπεριφορά που ταπεινώνει ή φοβίζει ένα άλλο παιδί.
Όταν το ίδιο παιδί γίνεται συχνά στόχος, όταν υπάρχει ανισορροπία δύναμης, όταν οι άλλοι γελούν εις βάρος του, όταν το παιδί ζητά να σταματήσουν και δεν σταματούν, όταν αποκλείεται συστηματικά από την παρέα ή όταν η «πλάκα» αφήνει ντροπή, φόβο ή απομόνωση, τότε οι μεγάλοι δεν πρέπει να το προσπερνούν. Δεν είναι αρκετό να πούμε «μην είσαι ευαίσθητος». Η ευαισθησία ενός παιδιού δεν είναι το πρόβλημα όταν κάποιος άλλος το πληγώνει.
Πολλές φορές οι γονείς δυσκολεύονται να δεχτούν ότι το δικό τους παιδί μπορεί να έχει πληγώσει κάποιο άλλο. Αυτό είναι ανθρώπινο. Κανείς δεν θέλει να φανταστεί το παιδί του ως εκείνο που κοροϊδεύει, αποκλείει ή επιβάλλεται. Όμως η άρνηση δεν βοηθά ούτε το παιδί που πληγώθηκε ούτε το παιδί που πληγώνει. Αντίθετα, του μαθαίνει ότι δεν χρειάζεται να αναλάβει ευθύνη.
Η επιθετικότητα δεν εμφανίζεται από το πουθενά
Ένα παιδί δεν ξυπνά μια μέρα και γίνεται βίαιο. Η συμπεριφορά του διαμορφώνεται μέσα από πολλούς παράγοντες: το σπίτι, το σχολείο, τις παρέες, το περιβάλλον, τις εμπειρίες του, τα όρια που έχει ή δεν έχει, τα μοντέλα συμπεριφοράς που βλέπει. Το CDC τονίζει ότι η νεανική βία δεν προκαλείται συνήθως από έναν μόνο παράγοντα, αλλά συνδέεται με ατομικούς, οικογενειακούς, σχολικούς και κοινωνικούς παράγοντες κινδύνου και προστασίας.
Αυτό είναι σημαντικό γιατί μας απομακρύνει από την εύκολη ενοχή και μας οδηγεί στην πρόληψη. Δεν λέμε «φταίει μόνο η οικογένεια». Λέμε ότι η οικογένεια είναι ένα από τα πρώτα περιβάλλοντα όπου το παιδί μαθαίνει πώς λύνονται οι συγκρούσεις, πώς χρησιμοποιείται η δύναμη, πώς ζητάμε συγγνώμη, πώς σεβόμαστε τα όρια του άλλου και τι κάνουμε όταν έχουμε πληγώσει κάποιον.
Αν ένα παιδί βλέπει ότι στο σπίτι οι φωνές, η ειρωνεία, η υποτίμηση ή η απειλή είναι καθημερινός τρόπος επικοινωνίας, μπορεί να μάθει ότι έτσι ασκείται δύναμη. Αν βλέπει ότι ο πιο δυνατός επιβάλλεται και ο πιο αδύναμος σωπαίνει, μπορεί να μεταφέρει αυτό το μοτίβο στην αυλή, στην τάξη ή στην παρέα.
Τα παιδιά μαθαίνουν από αυτό που βλέπουν
Οι μεγάλοι διδάσκουν τα παιδιά ακόμη κι όταν δεν το καταλαβαίνουν. Ένα παιδί παρατηρεί πώς μιλάμε στον σερβιτόρο, στον οδηγό, στον σύντροφο, στον παππού, στον δάσκαλο, στο μικρότερο αδελφάκι. Παρατηρεί αν γελάμε με κάποιον που διαφέρει. Αν σχολιάζουμε το σώμα, την εμφάνιση, την προφορά ή την οικονομική κατάσταση των άλλων. Αν λέμε «καλά του έκανε» όταν κάποιος ασκεί βία. Αν δικαιολογούμε την επιθετικότητα ως «δυναμισμό».
Η APA αναφέρει ότι η παιδική επιθετική συμπεριφορά επηρεάζεται από συνδυασμό παραγόντων, ανάμεσά τους η οικογενειακή βία, η έλλειψη επίβλεψης, ο τρόπος γονεϊκότητας και η έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που έχει δει ένταση θα γίνει επιθετικό. Σημαίνει όμως ότι τα παιδιά χρειάζονται καθαρά, σταθερά και μη βίαια μοντέλα για να μάθουν άλλους τρόπους διαχείρισης.
Η ενσυναίσθηση δεν διδάσκεται μόνο με φράσεις όπως «να είσαι καλό παιδί». Διδάσκεται όταν το παιδί βλέπει τον ενήλικα να σταματά, να σκέφτεται, να ζητά συγγνώμη, να διορθώνει, να αναγνωρίζει τον πόνο που προκάλεσε.
Όταν μπερδεύουμε τη δύναμη με τη σκληρότητα
Σε αρκετές οικογένειες, ακόμη και σήμερα, η επιθετικότητα βαφτίζεται «δυναμισμός». Ένα παιδί που παίρνει πάντα αυτό που θέλει μπορεί να περιγράφεται ως «τσαχπίνικο». Ένα παιδί που σπρώχνει μπορεί να θεωρείται «αρχηγικό». Ένα παιδί που δεν υπολογίζει τα όρια των άλλων μπορεί να παρουσιάζεται ως «δεν σηκώνει πολλά». Ειδικά στα αγόρια, κάποιες φορές η σκληρότητα αντιμετωπίζεται σαν στοιχείο ανδρισμού.
Αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί το παιδί μαθαίνει ότι η αξία του συνδέεται με την επιβολή. Ότι για να το σέβονται πρέπει να φοβούνται. Ότι η τρυφερότητα είναι αδυναμία. Ότι η συγγνώμη είναι ήττα. Και όταν αυτά τα μηνύματα μπουν νωρίς, δύσκολα αλλάζουν αργότερα χωρίς συνειδητή δουλειά.
Η πραγματική δύναμη δεν είναι να ταπεινώνεις τον άλλο. Είναι να μπορείς να σταματάς. Να αναγνωρίζεις ότι κάποιος πληγώθηκε. Να διαχειρίζεσαι τον θυμό σου χωρίς να χτυπάς, να απειλείς ή να εξευτελίζεις.
Το παιδί δεν είναι «κακό», αλλά η συμπεριφορά χρειάζεται όριο
Όταν ένα παιδί φέρεται επιθετικά, οι μεγάλοι χρειάζεται να αποφύγουν δύο λάθη. Το πρώτο είναι να το δικαιολογήσουν πλήρως: «έλα μωρέ, παιδί είναι». Το δεύτερο είναι να το ταυτίσουν με τη συμπεριφορά του: «είσαι κακό παιδί», «είσαι νταής», «είσαι απαράδεκτος». Κανένα από τα δύο δεν βοηθά.
Χρειάζεται να διαχωρίσουμε το παιδί από την πράξη. «Σε αγαπώ, αλλά αυτό που έκανες δεν είναι αποδεκτό». «Καταλαβαίνω ότι θύμωσες, αλλά δεν μπορείς να χτυπάς». «Μπορεί να ήθελες το παιχνίδι, αλλά δεν μπορείς να το αρπάζεις». «Αυτό που είπες πλήγωσε τον συμμαθητή σου και πρέπει να δούμε πώς θα το διορθώσεις».
Έτσι το παιδί δεν νιώθει ότι απορρίπτεται ως άνθρωπος, αλλά καταλαβαίνει ότι η συμπεριφορά του έχει συνέπειες. Αυτό είναι κρίσιμο. Γιατί ο στόχος δεν είναι να ντροπιάσουμε το παιδί. Είναι να το βοηθήσουμε να αναπτύξει ευθύνη.
Η συγγνώμη δεν αρκεί πάντα
Πολλές φορές, όταν ένα παιδί πληγώνει κάποιο άλλο, οι μεγάλοι λένε απλώς «ζήτα συγγνώμη». Η συγγνώμη έχει αξία, αλλά όταν γίνεται μηχανικά, χωρίς κατανόηση, μπορεί να μην σημαίνει πολλά. Το παιδί μαθαίνει ότι αρκεί να πει μια λέξη και το θέμα κλείνει.
Χρειάζεται κάτι πιο ουσιαστικό: αποκατάσταση. Δηλαδή να καταλάβει τι συνέβη, ποιος πληγώθηκε, τι μπορεί να κάνει για να διορθώσει μέρος της ζημιάς και τι θα κάνει διαφορετικά την επόμενη φορά. Αν κορόιδεψε, χρειάζεται να σταματήσει την κοροϊδία και να μην την επαναλάβει. Αν απέκλεισε κάποιο παιδί, χρειάζεται να αναγνωρίσει τον αποκλεισμό. Αν χτύπησε, χρειάζεται να μάθει άλλο τρόπο να εκφράζει θυμό ή διεκδίκηση.
Οι συνέπειες πρέπει να συνδέονται με τη συμπεριφορά. Όχι εκδικητικά, αλλά εκπαιδευτικά. Δεν μας ενδιαφέρει μόνο να «τιμωρηθεί» το παιδί. Μας ενδιαφέρει να μάθει.
Τι κάνουμε αν το δικό μας παιδί πληγώνει άλλα παιδιά
Αν ο γονιός ακούσει από σχολείο, άλλο παιδί ή άλλο γονιό ότι το παιδί του φέρθηκε άσχημα, η πρώτη αντίδραση μπορεί να είναι άμυνα. «Το δικό μου παιδί δεν κάνει τέτοια». «Κάτι θα του έκαναν πρώτα». «Υπερβάλλουν». Πριν όμως κλείσουμε την πόρτα, αξίζει να ακούσουμε.
Δεν χρειάζεται να καταδικάσουμε το παιδί χωρίς να ξέρουμε τι έγινε. Χρειάζεται όμως να πάρουμε σοβαρά την πληροφορία. Να μιλήσουμε με το σχολείο. Να ακούσουμε και το παιδί. Να ρωτήσουμε συγκεκριμένα: «Τι έγινε πριν;», «τι έκανες εσύ;», «πώς νομίζεις ότι ένιωσε το άλλο παιδί;», «τι θα μπορούσες να κάνεις διαφορετικά;».
Το StopBullying.gov αναφέρει ότι γονείς, σχολικοί σύμβουλοι, εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορούν να συνεργαστούν με παιδιά που εκφοβίζουν, ώστε να αναπτύξουν υγιείς σχέσεις και κοινωνικές-συναισθηματικές δεξιότητες. Αυτό είναι το σωστό πλαίσιο: συνεργασία, όχι συγκάλυψη.
Το σχολείο δεν μπορεί να το λύσει μόνο του
Συχνά οι γονείς περιμένουν από το σχολείο να χειριστεί τη βία ανάμεσα στα παιδιά. Και πράγματι, το σχολείο έχει ευθύνη να έχει κανόνες, επίβλεψη, παρέμβαση και ασφαλές περιβάλλον. Όμως το σχολείο δεν μπορεί να ακυρώσει μόνο του μηνύματα που το παιδί παίρνει καθημερινά από το σπίτι, τις παρέες ή τις οθόνες.
Η πρόληψη χρειάζεται συνεργασία. Το CDC σημειώνει ότι οι προσπάθειες πρόληψης της σχολικής βίας από εκπαιδευτικούς, διοίκηση, γονείς, κοινότητα και μαθητές μπορούν να μειώσουν τη βία και να βελτιώσουν το σχολικό περιβάλλον.
Αν το σχολείο ενημερώνει για πρόβλημα, δεν το αντιμετωπίζουμε αυτόματα σαν επίθεση προς την οικογένεια. Μπορεί να είναι ευκαιρία να προλάβουμε κάτι πριν μεγαλώσει. Και αν οι γονείς βλέπουν ότι το σχολείο υποτιμά σοβαρές συμπεριφορές, έχουν δικαίωμα και ευθύνη να ζητήσουν πιο καθαρή παρέμβαση.
Η σιωπή των θεατών έχει σημασία
Στο bullying δεν υπάρχουν μόνο δύο ρόλοι, το παιδί που εκφοβίζει και το παιδί που δέχεται τον εκφοβισμό. Υπάρχουν και τα παιδιά που βλέπουν. Εκείνα που γελούν, που ενθαρρύνουν, που τραβούν βίντεο, που μένουν σιωπηλά, που φοβούνται να μιλήσουν ή που προσπαθούν να σταματήσουν αυτό που συμβαίνει. Το StopBullying.gov περιγράφει τον «κύκλο του bullying», όπου τα παιδιά μπορούν να εμπλέκονται με διαφορετικούς ρόλους, όχι μόνο ως θύτες ή στόχοι.
Γι’ αυτό χρειάζεται να μιλάμε στα παιδιά όχι μόνο για το τι κάνουν τα ίδια, αλλά και για το τι κάνουν όταν βλέπουν κάτι. Μπορούν να ζητήσουν βοήθεια από ενήλικα. Μπορούν να σταθούν κοντά στο παιδί που αποκλείεται. Μπορούν να μη γελάσουν. Μπορούν να πουν «σταμάτα» αν νιώθουν ασφαλή. Μπορούν να μην αναπαράγουν κοροϊδευτικά μηνύματα ή βίντεο.
Η σιωπή δεν είναι πάντα αδιαφορία. Συχνά είναι φόβος. Άρα τα παιδιά χρειάζονται καθοδήγηση, όχι μόνο εντολές.
Και οι οθόνες παίζουν ρόλο
Η βία ανάμεσα στα παιδιά δεν συμβαίνει μόνο στην αυλή. Συμβαίνει και σε ομαδικές συνομιλίες, σχόλια, stories, screenshots, memes, βίντεο, αποκλεισμούς από chats, ειρωνικά μηνύματα και δημόσια ταπείνωση. Το παιδί μπορεί να μη χτυπήσει ποτέ κάποιον, αλλά να συμμετέχει σε έναν ψηφιακό εξευτελισμό που πληγώνει βαθιά.
Οι γονείς χρειάζεται να μιλούν για την online συμπεριφορά με την ίδια σοβαρότητα που μιλούν για τη συμπεριφορά στο σχολείο. Δεν είναι «μόνο ένα μήνυμα». Δεν είναι «ένα αστείο βίντεο». Δεν είναι «πλάκα στο group». Αν κάποιος ταπεινώνεται, φοβάται ή απομονώνεται, η πράξη έχει βάρος.
Η ψηφιακή ζωή είναι πλέον μέρος της κοινωνικής ζωής των παιδιών. Άρα η εκπαίδευση στην ενσυναίσθηση πρέπει να περιλαμβάνει και το τι γράφουμε, τι ανεβάζουμε, τι προωθούμε και τι επιλέγουμε να μη συμμετέχουμε να γίνει viral.
Πότε ζητάμε βοήθεια
Αν ένα παιδί εμφανίζει συστηματική επιθετικότητα, απολαμβάνει να πληγώνει, δεν δείχνει καμία μεταμέλεια, εκφοβίζει επανειλημμένα, έχει έντονα ξεσπάσματα, απειλεί, χτυπά, καταστρέφει πράγματα ή δυσκολεύεται να λειτουργήσει στο σχολείο και στο σπίτι, οι γονείς δεν χρειάζεται να το χειριστούν μόνοι τους. Χρειάζεται συνεργασία με το σχολείο, τον παιδίατρο, σχολικό ψυχολόγο όπου υπάρχει ή ειδικό ψυχικής υγείας παιδιών.
Το ίδιο ισχύει και όταν ένα παιδί είναι στόχος εκφοβισμού. Το bullying μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών, όπως κοινωνική και συναισθηματική δυσφορία, σωματικά συμπτώματα, ακαδημαϊκές δυσκολίες και αυξημένο κίνδυνο προβλημάτων ψυχικής υγείας.
Δεν περιμένουμε να «σκληραγωγηθεί» το παιδί. Δεν αφήνουμε τη βία να γίνει καθημερινότητα.
Η πρόληψη ξεκινά από τα μικρά
Η πρόληψη της βίας δεν ξεκινά όταν ένα παιδί γίνει έφηβος και το πρόβλημα έχει ήδη μεγαλώσει. Ξεκινά από πολύ νωρίς. Από το πώς αντιδρούμε όταν αρπάζει κάτι. Από το αν γελάμε όταν κοροϊδεύει. Από το αν του μαθαίνουμε να ζητά συγγνώμη ουσιαστικά. Από το αν το βοηθάμε να αντέχει το «όχι». Από το αν του δείχνουμε ότι τα συναισθήματα χωρούν, αλλά δεν δικαιολογούν να πληγώνουμε άλλους.
Ξεκινά επίσης από το πώς μιλάμε εμείς. Από το αν ζητάμε συγγνώμη όταν φωνάζουμε. Από το αν σεβόμαστε τους πιο αδύναμους. Από το αν δείχνουμε ότι η δύναμη δεν είναι άδεια για επιβολή, αλλά ευθύνη.
Το Parentorama, σε άρθρο του με αφορμή τον ρόλο των πρώιμων γονεϊκών επιλογών στην παιδική επιθετικότητα, θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: μήπως κάποιες μικρές συμπεριφορές που οι μεγάλοι αγνοούν σήμερα μπορούν να γίνουν πολύ σοβαρότερες αύριο; Το ερώτημα αξίζει να μείνει ανοιχτό, όχι για να γεμίσει τους γονείς ενοχές, αλλά για να τους θυμίσει ότι οι μικρές καθημερινές παρεμβάσεις έχουν σημασία.
Δεν μεγαλώνουμε μόνο το δικό μας παιδί
Κάθε γονιός θέλει να προστατεύσει το παιδί του. Αυτό είναι φυσικό. Όμως η προστασία δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε κάθε συμπεριφορά του. Δεν σημαίνει ότι το παιδί μας έχει πάντα δίκιο. Δεν σημαίνει ότι η αυτοπεποίθησή του πρέπει να χτιστεί πάνω στην υποτίμηση κάποιου άλλου.
Μεγαλώνοντας ένα παιδί, συμμετέχουμε και στον κόσμο όπου θα ζήσουν τα παιδιά των άλλων. Ένα παιδί που μαθαίνει να σέβεται τα όρια, να αναλαμβάνει ευθύνη, να ζητά συγγνώμη, να μην ταπεινώνει, να μη χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να φοβίσει, δεν γίνεται απλώς «καλό παιδί». Γίνεται πιο ασφαλής άνθρωπος για τους άλλους.
Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα αλλά ουσιαστικά καθήκοντα της γονεϊκότητας: να μεγαλώσουμε παιδιά που δεν χρειάζεται να μικρύνουν κανέναν για να νιώσουν δυνατά.
Γιατί δεν είναι πάντα «παιδιά είναι». Μερικές φορές είναι η στιγμή που οι μεγάλοι πρέπει να δουν, να σταματήσουν, να εξηγήσουν και να δείξουν έναν άλλο τρόπο. Πριν η μικρή καθημερινή σκληρότητα γίνει συνήθεια. Πριν η πλάκα γίνει εκφοβισμός. Πριν το παιδί μάθει ότι η δύναμη σημαίνει να πληγώνεις.
Η δύναμη μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο: να σέβεσαι, να προστατεύεις, να διορθώνεις και να ξέρεις πότε πρέπει να σταματήσεις.









