«Το είδα, αλλά δεν μίλησα»

Ο ρόλος των παιδιών που γίνονται μάρτυρες σχολικού εκφοβισμού και πώς μπορούν οι γονείς να τα βοηθήσουν να αντιδρούν με ασφάλεια.

Στο διάλειμμα, μια ομάδα παιδιών έχει συγκεντρωθεί γύρω από έναν συμμαθητή τους. Κάποιος τον κοροϊδεύει, ένας δεύτερος γελάει και ένα τρίτο παιδί παρακολουθεί χωρίς να μιλά. Βλέπει ότι ο συμμαθητής του έχει έρθει σε δύσκολη θέση, αλλά δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. Αν μιλήσει, μπορεί να γίνει και το ίδιο στόχος. Αν απομακρυνθεί, ίσως νιώσει ότι εγκατέλειψε κάποιον που χρειαζόταν βοήθεια.

Το απόγευμα, όταν οι γονείς το ρωτούν πώς πέρασε στο σχολείο, απαντά απλώς «καλά». Δεν αναφέρει το περιστατικό, είτε επειδή το θεωρεί υπόθεση των άλλων είτε επειδή φοβάται πως η παρέμβαση των ενηλίκων θα δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα.

Στις συζητήσεις για τον σχολικό εκφοβισμό, η προσοχή στρέφεται συνήθως στο παιδί που δέχεται τη βία και σε εκείνο που την ασκεί. Υπάρχουν, όμως, και οι μαθητές που βρίσκονται γύρω τους. Εκείνοι που παρακολουθούν, γελούν αμήχανα, απομακρύνονται ή προσπαθούν να βοηθήσουν, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν ποιος είναι ο ασφαλέστερος τρόπος.

Αυτά τα παιδιά δεν αποτελούν απλώς το κοινό ενός περιστατικού. Η στάση τους μπορεί να επηρεάσει τη δυναμική της ομάδας, να προσφέρει υποστήριξη σε έναν συμμαθητή που δυσκολεύεται ή να συμβάλει στην έγκαιρη ενημέρωση των ενηλίκων.

Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα κατά της Βίας και του Εκφοβισμού στο Σχολείο, συμπεριλαμβανομένου του Διαδικτυακού Εκφοβισμού, που τιμάται φέτος στις 5 Νοεμβρίου, αξίζει να μιλήσουμε για έναν ρόλο που συχνά παραβλέπουμε: τον παρατηρητή.

Το μήνυμα της UNESCO για το 2026, «Every learner safe and well: From promise to practice», υπενθυμίζει ότι η προστασία των μαθητών δεν πρέπει να περιορίζεται σε διακηρύξεις. Χρειάζεται συγκεκριμένες πρακτικές πρόληψης, υποστήριξης και αντιμετώπισης της βίας μέσα στη σχολική κοινότητα.

Ο σχολικός εκφοβισμός δεν αφορά μόνο δύο παιδιά

Ο σχολικός εκφοβισμός δεν ταυτίζεται με κάθε διαφωνία, πείραγμα ή περιστασιακό καβγά ανάμεσα σε μαθητές.

Σύμφωνα με την επίσημη ελληνική πλατφόρμα stop-bullying.gov.gr, πρόκειται για σκόπιμη, επιθετική συμπεριφορά, η οποία συνήθως επαναλαμβάνεται και χαρακτηρίζεται από πραγματική ή αντιλαμβανόμενη ανισορροπία δύναμης. Μπορεί να περιλαμβάνει σωματική βία, λεκτικές προσβολές, απειλές, κοινωνικό αποκλεισμό ή διαδικτυακή παρενόχληση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας πρέπει να αγνοηθεί επειδή δεν πληροί όλα τα χαρακτηριστικά του εκφοβισμού. Κάθε σοβαρή επιθετική συμπεριφορά χρειάζεται κατάλληλη αντιμετώπιση, ακόμη κι αν δεν έχει επαναληφθεί.

Ο εκφοβισμός, όμως, έχει συχνά μια ιδιαίτερη κοινωνική διάσταση. Το παιδί που επιτίθεται μπορεί να επιδιώκει όχι μόνο να πληγώσει τον συμμαθητή του, αλλά και να ενισχύσει τη θέση του μέσα στην ομάδα.

Σε αυτή τη διαδικασία, οι αντιδράσεις των υπολοίπων αποκτούν σημασία.

Το γέλιο μπορεί να λειτουργήσει ως επιδοκιμασία. Η συμμετοχή στη διάδοση μιας προσβλητικής φήμης μπορεί να διευρύνει την ταπείνωση. Από την άλλη πλευρά, ένα παιδί που δεν συμμετέχει, που υποστηρίζει τον συμμαθητή του ή που ενημερώνει έναν εκπαιδευτικό μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση του περιστατικού.

Γι’ αυτό και η πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στα παιδιά που εμπλέκονται άμεσα. Αφορά τη συμπεριφορά ολόκληρης της σχολικής κοινότητας.

Γιατί πολλά παιδιά παραμένουν σιωπηλά;

Είναι εύκολο για έναν ενήλικα να πει ότι ένα παιδί οφείλει να υπερασπιστεί όποιον αδικείται. Στην πραγματικότητα, όμως, η απόφαση να αντιδράσει μπορεί να είναι πολύ δυσκολότερη.

Η ανάγκη του παιδιού να ανήκει σε μια ομάδα συνομηλίκων είναι ισχυρή, ιδιαίτερα κατά την προεφηβεία και την εφηβεία. Η πιθανότητα να απορριφθεί, να στοχοποιηθεί ή να χάσει τις φιλίες του μπορεί να επηρεάζει σημαντικά τις επιλογές του.

Ένα παιδί μπορεί να φοβάται ότι, αν διαφωνήσει με τον πιο δημοφιλή μαθητή της τάξης, θα γίνει το επόμενο αντικείμενο κοροϊδίας. Κάποιο άλλο μπορεί να ανησυχεί ότι μια καταγγελία θα αποκαλύψει την ταυτότητά του ή ότι οι συμμαθητές του θα το χαρακτηρίσουν «καρφί».

Υπάρχουν επίσης παιδιά που δυσκολεύονται να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα μιας κατάστασης. Αν οι υπόλοιποι γελούν, μπορεί να υποθέσουν ότι πρόκειται για αστείο. Αν δεν αντιδρά κανένας, μπορεί να θεωρήσουν ότι δεν χρειάζεται να κάνουν κάτι.

Αυτή η αβεβαιότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αδιαφορούν για τον συμμαθητή τους.

Η επίσημη ελληνική πλατφόρμα για τον σχολικό εκφοβισμό συστήνει στους γονείς παιδιών που υπήρξαν μάρτυρες να συζητούν μαζί τους χωρίς επικριτική διάθεση, αναγνωρίζοντας ότι μπορεί να φοβήθηκαν είτε για τη δική τους ασφάλεια είτε μήπως κάνουν την κατάσταση χειρότερη.

Το πρώτο μας μέλημα, επομένως, δεν πρέπει να είναι να κατηγορήσουμε το παιδί επειδή δεν αντέδρασε. Πρέπει να κατανοήσουμε τι συνέβη και τι το εμπόδισε να ζητήσει βοήθεια.

Η σιωπή δεν είναι πάντα αδιαφορία

Ένα παιδί που παραμένει αμέτοχο μπορεί να αισθάνεται ενοχές μετά το περιστατικό. Ίσως αναρωτιέται αν έπρεπε να είχε μιλήσει ή αν με τη σιωπή του επέτρεψε να συνεχιστεί η κοροϊδία.

Αν οι γονείς αντιδράσουν με φράσεις όπως «και γιατί δεν έκανες τίποτα;» ή «εγώ στη θέση σου θα είχα μιλήσει», είναι πιθανό το παιδί να αισθανθεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση.

Μια πιο χρήσιμη προσέγγιση είναι να του δώσουμε χώρο να περιγράψει τα γεγονότα.

Μπορούμε να το ρωτήσουμε τι ακριβώς είδε, πώς αντέδρασαν τα υπόλοιπα παιδιά, πώς αισθάνθηκε εκείνη τη στιγμή και τι το προβλημάτισε περισσότερο.

Αν μας πει ότι φοβήθηκε, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε το συναίσθημά του. Ο φόβος δεν είναι ένδειξη δειλίας, ιδιαίτερα όταν ένα παιδί βρίσκεται αντιμέτωπο με μια ομάδα που μπορεί να συμπεριφέρεται απειλητικά.

Από εκεί και πέρα, μπορούμε να συζητήσουμε τι θα μπορούσε να γίνει με μεγαλύτερη ασφάλεια. Ίσως να ενημερώσει έναν εκπαιδευτικό. Ίσως να ζητήσει τη βοήθεια ενός άλλου συμμαθητή. Ίσως να πλησιάσει αργότερα το παιδί που δέχθηκε την επίθεση και να του δείξει ότι δεν είναι μόνο του.

Το σημαντικό είναι να καταλάβει ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι υποστήριξης και ότι δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει μόνο του μια επικίνδυνη κατάσταση.

Τι μπορεί να κάνει ένα παιδί που γίνεται μάρτυρας εκφοβισμού;

Η αντίδραση πρέπει πάντα να προσαρμόζεται στην ηλικία του παιδιού, στις συνθήκες του περιστατικού και στον βαθμό κινδύνου.

Σε μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει άμεση απειλή, ένα παιδί μπορεί να εκφράσει τη διαφωνία του με μια σύντομη φράση, όπως «δεν είναι αστείο αυτό» ή «σταματήστε», εφόσον αισθάνεται ότι μπορεί να το κάνει με ασφάλεια.

Δεν είναι όμως υποχρεωμένο να αντιπαρατεθεί με μια ομάδα μαθητών ούτε να μπει ανάμεσα σε παιδιά που ασκούν σωματική βία.

Η αναζήτηση βοήθειας από έναν εκπαιδευτικό αποτελεί συχνά την καταλληλότερη επιλογή.

Εξίσου σημαντική μπορεί να είναι η υποστήριξη μετά το περιστατικό. Ένα παιδί μπορεί να καθίσει δίπλα στον συμμαθητή που δέχθηκε τον εκφοβισμό, να τον συμπεριλάβει σε μια δραστηριότητα ή να τον ρωτήσει αν χρειάζεται βοήθεια.

Μπορεί επίσης να τον συνοδεύσει σε έναν εκπαιδευτικό ή να προτείνει να μιλήσουν μαζί σε έναν ενήλικα που εμπιστεύονται.

Αν το παιδί που δέχεται εκφοβισμό φοβάται να μιλήσει, δεν χρειάζεται ο παρατηρητής να υποσχεθεί απόλυτη μυστικότητα. Μπορεί να του εξηγήσει ότι χρειάζεται να ενημερωθεί κάποιος ενήλικας, ώστε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση.

Σε κάθε περίπτωση, οι γονείς οφείλουν να ξεκαθαρίζουν ότι η ασφάλεια προηγείται της άμεσης παρέμβασης.

Ούτε γέλια ούτε χειροκροτήματα

Μερικές φορές η συμμετοχή στον εκφοβισμό δεν είναι τόσο εμφανής όσο μια προσβολή ή ένα σπρώξιμο.

Ένα παιδί μπορεί να γελάσει επειδή γελούν όλοι οι υπόλοιποι. Να επαναλάβει ένα προσβλητικό παρατσούκλι επειδή το χρησιμοποιεί ολόκληρη η τάξη. Να παρακολουθήσει ένα βίντεο που εκθέτει έναν συμμαθητή ή να το στείλει σε κάποιον φίλο χωρίς να αναλογιστεί τις συνέπειες.

Αυτές οι συμπεριφορές μπορεί να ενισχύσουν την ταπείνωση του παιδιού που στοχοποιείται, ακόμη κι όταν εκείνος που συμμετέχει δεν είναι ο αρχικός δράστης.

Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν αυτή τη διάσταση χωρίς να τα χαρακτηρίζουν αυτομάτως ως θύτες.

Μπορούν, για παράδειγμα, να συζητήσουν πώς αισθάνεται κάποιος όταν γελούν εις βάρος του μπροστά σε ολόκληρη την τάξη. Ή τι αλλάζει όταν μια προσβλητική φωτογραφία κοινοποιείται σε δεκάδες συμμαθητές.

Η ενσυναίσθηση δεν καλλιεργείται μόνο μέσα από γενικές προτροπές να είμαστε καλοί με τους άλλους. Χρειάζεται να συνδέεται με συγκεκριμένες πράξεις και με την κατανόηση των συνεπειών τους.

Το παιδί πρέπει να γνωρίζει ότι μπορεί να αρνηθεί να συμμετάσχει σε μια προσβλητική συμπεριφορά, ακόμη κι αν οι φίλοι του επιμένουν.

Τι συμβαίνει στον διαδικτυακό εκφοβισμό;

Η θέση του παρατηρητή γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν ο εκφοβισμός μεταφέρεται στις ομαδικές συνομιλίες, στα κοινωνικά δίκτυα και στις διαδικτυακές κοινότητες.

Ένα παιδί μπορεί να δει ένα προσβλητικό μήνυμα σε ομαδική συνομιλία της τάξης, μια φωτογραφία που δημοσιεύθηκε χωρίς συναίνεση ή ένα βίντεο στο οποίο κάποιος συμμαθητής του εξευτελίζεται.

Ακόμη κι αν δεν σχολιάσει, μπορεί να αισθάνεται πίεση να συμμετάσχει. Μερικές φορές η κοινοποίηση του περιεχομένου παρουσιάζεται ως αστείο ή ως κάτι που κάνουν όλοι.

Εδώ χρειάζεται να εξηγήσουμε στα παιδιά ότι η αναπαραγωγή ενός τέτοιου υλικού μπορεί να αυξήσει τη βλάβη που δέχεται ο συμμαθητής τους.

Η επίσημη ελληνική πλατφόρμα για τον σχολικό εκφοβισμό συμβουλεύει τους μαθητές να μην αναμεταδίδουν φήμες ή προσβλητικά σχόλια και να ενημερώνουν ενήλικες που εμπιστεύονται.

Οι γονείς μπορούν να δείξουν στα παιδιά πώς να χρησιμοποιούν τις λειτουργίες αναφοράς των ψηφιακών πλατφορμών και να τα ενθαρρύνουν να ζητούν βοήθεια όταν συναντούν απειλητικό ή εξευτελιστικό περιεχόμενο.

Αν υπάρχουν μηνύματα ή αναρτήσεις που αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία, ο ενήλικας μπορεί να συμβάλει στην ασφαλή διατήρησή τους, χωρίς να τα αναπαράγει δημόσια. Σε περίπτωση σεξουαλικού υλικού που αφορά ανηλίκους, δεν πρέπει να γίνεται λήψη ή προώθησή του· χρειάζεται άμεση καθοδήγηση από τις αρμόδιες αρχές.

Ιδιαίτερη σημασία έχει να μη φοβάται το παιδί ότι θα τιμωρηθεί επειδή αποκάλυψε κάτι που είδε στο διαδίκτυο. Αν η πρώτη αντίδραση του γονιού είναι να του πάρει το κινητό ή να το κατηγορήσει, ενδέχεται την επόμενη φορά να επιλέξει να σιωπήσει.

Μπορεί η στάση των παρατηρητών να κάνει τη διαφορά;

Η επιστημονική έρευνα αναγνωρίζει ότι οι παρατηρητές αποτελούν σημαντικό μέρος της πρόληψης του σχολικού και διαδικτυακού εκφοβισμού.

Μια μετα-ανάλυση των Chen και συνεργατών, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Trauma, Violence, & Abuse, εξέτασε 49 μελέτες παρεμβάσεων που είχαν στόχο να ενισχύσουν την κατάλληλη αντίδραση των παρατηρητών σε περιστατικά εκφοβισμού.

Τα αποτελέσματα έδειξαν συνολικά μια μικρή αλλά θετική επίδραση των παρεμβάσεων στη συμπεριφορά των παρατηρητών, με συνολικό μέγεθος επίδρασης Cohen’s d = 0,25.

Οι ερευνητές υπογράμμισαν τη σημασία της γνώσης, της αυτοπεποίθησης και των πρακτικών δεξιοτήτων αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών.

Το εύρημα δεν σημαίνει ότι μια απλή ενημερωτική συζήτηση αρκεί για να σταματήσει ο εκφοβισμός. Ούτε ότι η ευθύνη μπορεί να μεταφερθεί από το σχολείο στα παιδιά.

Δείχνει, όμως, ότι η εκπαίδευση των παρατηρητών μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας πρόληψης, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από σαφείς διαδικασίες αναφοράς και ουσιαστική υποστήριξη από τους ενήλικες.

Πώς ανοίγουμε τη συζήτηση στο σπίτι;

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να συμβεί κάποιο περιστατικό για να μιλήσουμε στα παιδιά για τον ρόλο των παρατηρητών.

Μπορούμε να αξιοποιήσουμε ένα βιβλίο, μια σχολική ιστορία ή μια καθημερινή συζήτηση για να τα ρωτήσουμε τι θα έκαναν αν έβλεπαν έναν συμμαθητή να δέχεται συστηματικά κοροϊδία.

Αντί να απαιτήσουμε αμέσως τη σωστή απάντηση, μπορούμε να εξερευνήσουμε μαζί τους διαφορετικά ενδεχόμενα. Τι θα γινόταν αν το παιδί που εκφοβίζει ήταν ο καλύτερός τους φίλος; Αν οι υπόλοιποι γελούσαν; Αν φοβούνταν ότι θα γίνονταν τα ίδια στόχος;

Τέτοιες συζητήσεις βοηθούν τους γονείς να κατανοήσουν πώς αντιλαμβάνεται το παιδί τις σχέσεις μέσα στην τάξη και ποιοι φόβοι μπορεί να επηρεάζουν τη συμπεριφορά του.

Μπορούμε επίσης να δοκιμάσουμε μικρά υποθετικά σενάρια, προσαρμοσμένα στην ηλικία του. Για παράδειγμα, τι θα μπορούσε να πει σε έναν εκπαιδευτικό, πώς θα ζητούσε βοήθεια ή με ποιον τρόπο θα υποστήριζε έναν συμμαθητή μετά από ένα δυσάρεστο περιστατικό.

Η εξάσκηση αυτή δεν έχει στόχο να μετατρέψει το παιδί σε υπεύθυνο επίλυσης συγκρούσεων. Σκοπός είναι να γνωρίζει ότι υπάρχουν επιλογές και ότι μπορεί να ζητήσει βοήθεια χωρίς να χρειάζεται να αντιμετωπίσει μόνο του την κατάσταση.

Τι κάνουμε αν το παιδί μας αποκαλύψει ότι ήταν μάρτυρας;

Αν ένα παιδί επιστρέψει από το σχολείο και μας πει ότι είδε συμμαθητή του να εκφοβίζεται, χρειάζεται αρχικά να το ακούσουμε προσεκτικά.

Αποφεύγουμε τις συνεχείς διακοπές, τις κατηγορίες και τις βιαστικές ερμηνείες. Ρωτάμε τι συνέβη, πού, πότε, ποιοι ήταν παρόντες και αν πρόκειται για περιστατικό που έχει επαναληφθεί.

Είναι σημαντικό να διαχωρίζουμε όσα είδε πραγματικά το παιδί από όσα άκουσε αργότερα από άλλους.

Ακόμη κι αν το παιδί μας δεν δέχθηκε προσωπικά εκφοβισμό, η πληροφορία είναι σημαντική. Οι ενήλικες πρέπει να ενημερώσουν το σχολείο ώστε να αξιολογηθεί η κατάσταση και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να εμπλακεί άμεσα το δικό μας παιδί για να ενδιαφερθούμε.

Παράλληλα, αποφεύγουμε να δημοσιοποιήσουμε ονόματα παιδιών ή λεπτομέρειες του περιστατικού σε ομάδες γονέων και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η δημόσια έκθεση μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους εμπλεκόμενους μαθητές.

Η διαχείριση τέτοιων καταστάσεων απαιτεί εμπιστευτικότητα, συνεργασία με τη σχολική μονάδα και προστασία των παιδιών.

Πού μπορούν να απευθυνθούν οι γονείς στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα λειτουργεί η επίσημη πλατφόρμα stop-bullying.gov.gr, η οποία παρέχει ενημέρωση και δυνατότητα επώνυμης αναφοράς περιστατικών ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού.

Σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, γονείς ή πρόσωπα που έχουν την επιμέλεια μαθητή μπορούν να υποβάλουν επώνυμη αναφορά για το παιδί τους, χρησιμοποιώντας τους προσωπικούς κωδικούς Taxisnet.

Οι μαθητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μπορούν επίσης να υποβάλλουν επώνυμες αναφορές μέσω των κωδικών τους στο Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο. Για τα παιδιά του Δημοτικού, η ενημέρωση και η υποβολή επώνυμης αναφοράς μέσω της πλατφόρμας πραγματοποιείται από τον γονέα ή τον αρμόδιο κηδεμόνα.

Οι αναφορές διαβιβάζονται στη σχολική μονάδα και στην αρμόδια τετραμελή ομάδα δράσης της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης.

Όταν το παιδί μας είναι απλώς μάρτυρας περιστατικού εις βάρος συμμαθητή του, η επίσημη σύσταση είναι να ενημερώσουμε το σχολείο για όσα μας περιέγραψε, ώστε να αξιολογηθούν από τους αρμόδιους εκπαιδευτικούς.

Η πλατφόρμα παρέχει επίσης πληροφορίες για διαθέσιμες γραμμές υποστήριξης, όπως η Εθνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056 και η Ευρωπαϊκή Γραμμή Στήριξης Παιδιών και Εφήβων 116111.

Σε περιπτώσεις άμεσου κινδύνου για τη σωματική ασφάλεια ενός παιδιού, προτεραιότητα έχει η άμεση αναζήτηση επείγουσας βοήθειας και όχι η αναμονή της συνηθισμένης σχολικής διαδικασίας.

Η ευθύνη της παρέμβασης ανήκει στους ενήλικες

Η ενθάρρυνση των παιδιών να μη μένουν αμέτοχα δεν πρέπει να καταλήγει σε μια νέα μορφή πίεσης.

Δεν μπορούμε να ζητάμε από ένα παιδί να είναι γενναίο σε κάθε περίσταση, όταν δεν του εξασφαλίζουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αισθάνεται ασφαλές να μιλήσει.

Αν ένας μαθητής ενημερώσει έναν εκπαιδευτικό και στη συνέχεια εκτεθεί στους συμμαθητές του, μπορεί να χάσει την εμπιστοσύνη του στη διαδικασία. Αν αναφέρει επανειλημμένα περιστατικά και δεν υπάρχει ανταπόκριση, είναι πιθανό να θεωρήσει ότι η σιωπή είναι η μοναδική διαθέσιμη επιλογή.

Γι’ αυτό η στάση των ενηλίκων είναι καθοριστική.

Το σχολείο χρειάζεται σαφείς κανόνες, εκπαιδευτικούς που αναγνωρίζουν τις διαφορετικές μορφές εκφοβισμού και διαδικασίες που επιτρέπουν στους μαθητές να αναφέρουν όσα συμβαίνουν χωρίς φόβο αντιποίνων.

Οι γονείς, από την πλευρά τους, μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον στο οποίο το παιδί αισθάνεται ότι θα ακουστεί, ακόμη κι αν έχει κάνει λάθος ή δεν αντέδρασε όπως θα ήθελε.

Η προστασία από τον εκφοβισμό δεν είναι ατομικό καθήκον ενός μαθητή. Αποτελεί ευθύνη ολόκληρης της σχολικής κοινότητας και, πρωτίστως, των ενηλίκων που έχουν αναλάβει τη φροντίδα και την ασφάλειά της.

Μερικές φορές, το πρώτο βήμα είναι να μιλήσεις

Δεν χρειάζεται κάθε παιδί να γίνει ο ήρωας μιας δύσκολης κατάστασης. Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει μια ομάδα συμμαθητών, να θέσει σε κίνδυνο τη δική του ασφάλεια ή να αναλάβει την ευθύνη να σταματήσει μόνο του τον εκφοβισμό.

Χρειάζεται όμως να γνωρίζει ότι αυτό που βλέπει έχει σημασία. Ότι η κοροϊδία δεν γίνεται αποδεκτή επειδή γελούν πολλοί. Ότι η υποστήριξη μπορεί να εκφραστεί ακόμη και με μια μικρή πράξη και ότι η αναζήτηση βοήθειας δεν αποτελεί προδοσία των συμμαθητών.

Μερικές φορές, η πιο σημαντική παρέμβαση είναι να πλησιάσει ένα παιδί που έχει μείνει μόνο του στο διάλειμμα. Άλλες φορές, να αρνηθεί να κοινοποιήσει μια προσβλητική φωτογραφία. Και κάποιες φορές, να μιλήσει σε έναν εκπαιδευτικό για κάτι που οι υπόλοιποι προτιμούν να αγνοούν.

Η Διεθνής Ημέρα κατά της Βίας και του Εκφοβισμού στο Σχολείο μάς υπενθυμίζει ότι η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται μόνο με κανόνες και ανακοινώσεις, αλλά με την καθημερινή εφαρμογή τους.

Δεν ζητάμε από τα παιδιά να αντιμετωπίσουν μόνα τους τη βία. Τους μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να την αποδέχονται και τους εξασφαλίζουμε ενήλικες που θα αναλάβουν δράση όταν μιλήσουν.

Γιατί, τελικά, ανάμεσα στο «το είδα» και στο «δεν μίλησα» πρέπει να υπάρχει πάντα μια τρίτη δυνατότητα: «Το είπα σε κάποιον που μπορούσε να βοηθήσει».


Πηγές

Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα. Σε περίπτωση περιστατικού σχολικής βίας ή εκφοβισμού, οι γονείς πρέπει να απευθύνονται στους αρμόδιους εκπαιδευτικούς και, όπου απαιτείται, στις κατάλληλες υπηρεσίες προστασίας ανηλίκων.

Share it!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ