Υπάρχουν παιδιά που θέλουν μόνο τη μαμά για να κοιμηθούν. Άλλα που αρνούνται να μείνουν με τον μπαμπά έστω και για λίγο. Παιδιά που δυσκολεύονται έντονα όταν αποχωρίζονται έναν συγκεκριμένο γονιό ή που δείχνουν να νιώθουν ασφάλεια μόνο δίπλα σε έναν άνθρωπο.
Μέχρι έναν βαθμό, αυτή η προσκόλληση είναι φυσιολογική. Τα παιδιά χρειάζονται έναν ασφαλή συναισθηματικό δεσμό για να εξελιχθούν ψυχικά. Μέσα από αυτή τη σύνδεση μαθαίνουν τι σημαίνει ασφάλεια, αγάπη και σταθερότητα.
Όμως υπάρχουν περιπτώσεις όπου η προσκόλληση γίνεται πολύ έντονη και αρχίζει να δυσκολεύει τόσο το παιδί όσο και την οικογένεια.
Όταν ένα παιδί:
- δεν μπορεί να αποχωριστεί τον έναν γονιό χωρίς έντονο άγχος,
- απορρίπτει συστηματικά τον άλλο γονέα,
- δυσκολεύεται να αυτονομηθεί,
- χρειάζεται συνεχώς επιβεβαίωση και παρουσία,
- ή νιώθει υπεύθυνο για τα συναισθήματα του γονιού του,
τότε ίσως χρειάζεται να δούμε πιο βαθιά τι συμβαίνει μέσα στη σχέση.
Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, πολλές φορές η υπερβολική προσκόλληση δεν αφορά μόνο το παιδί. Αφορά και τη δυναμική που δημιουργείται μέσα στην οικογένεια.
Υπάρχουν γονείς που, χωρίς να το καταλαβαίνουν, φοβούνται τον αποχωρισμό του παιδιού τους. Άλλοι που βιώνουν μοναξιά, ανασφάλεια ή συναισθηματικά κενά και αρχίζουν ασυνείδητα να “ακουμπούν” ψυχικά πάνω στο παιδί τους. Έτσι το παιδί μπορεί να αρχίσει να λειτουργεί σαν συναισθηματικό στήριγμα του ενήλικα, κάτι που δεν αντιστοιχεί στον ρόλο του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κακή πρόθεση ή έλλειψη αγάπης. Συχνά συμβαίνει ακριβώς επειδή υπάρχει υπερβολική συναισθηματική σύνδεση.
Το παιδί όμως χρειάζεται κάτι πολύ συγκεκριμένο για να αναπτυχθεί υγιώς:
να νιώθει αγάπη χωρίς να αισθάνεται υπεύθυνο για τη συναισθηματική ισορροπία του γονιού του.
Η κατάσταση μπορεί επίσης να ενισχύεται:
- όταν υπάρχει ένταση ανάμεσα στους γονείς,
- όταν ο ένας γονιός απουσιάζει συναισθηματικά ή πρακτικά,
- όταν το παιδί μπαίνει στη μέση συγκρούσεων,
- ή όταν ένας γονιός παρουσιάζεται ως ο “καλός” και ο άλλος ως ο “δύσκολος”.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί συχνά νιώθει ότι πρέπει να “διαλέξει πλευρά” για να προστατεύσει τη σχέση του ή για να νιώσει ασφαλές.
Και κάπως έτσι, η αγάπη αρχίζει να μπλέκεται με το άγχος.
Η υγιής προσκόλληση δεν σημαίνει εξάρτηση. Σημαίνει ότι το παιδί νιώθει ασφαλές να επιστρέφει στον γονιό του, αλλά και αρκετά ελεύθερο ώστε να απομακρύνεται σταδιακά από αυτόν χωρίς φόβο.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό:
- να ενισχύεται η σχέση και με τους δύο γονείς,
- να ενθαρρύνεται σταδιακά η αυτονομία,
- να μην καλλιεργείται ενοχή στον αποχωρισμό,
- να αποφεύγεται η συναισθηματική φόρτιση του παιδιού με “ρόλους ενηλίκων”,
- και να θυμόμαστε ότι η αγάπη δεν μετριέται από το πόσο εξαρτημένο είναι ένα παιδί από εμάς.
Γιατί ο στόχος της γονεϊκότητας δεν είναι να μας έχει το παιδί ανάγκη για πάντα.
Ο στόχος είναι να νιώθει τόσο ασφαλές κοντά μας, ώστε κάποτε να μπορέσει να σταθεί μόνο του στη ζωή.









