Η σύγκριση είναι κάτι που πολλές φορές γίνεται σχεδόν αυτόματα. Ένας γονιός μπορεί να πει «δες τον αδερφό σου πόσο γρήγορα τελείωσε» ή «η φίλη σου τα καταφέρνει πολύ καλά σε αυτό». Δεν υπάρχει απαραίτητα κακή πρόθεση. Συνήθως πίσω από αυτά τα λόγια υπάρχει η επιθυμία να ενθαρρύνουμε το παιδί να προσπαθήσει περισσότερο.
Κι όμως, ο τρόπος που ακούγεται αυτή η σύγκριση στο παιδί είναι πολύ διαφορετικός από αυτό που έχουμε στο μυαλό μας.
Για ένα παιδί, η σύγκριση δεν λειτουργεί ως κίνητρο. Πολύ συχνά λειτουργεί ως μήνυμα ότι «δεν είμαι αρκετός». Και αυτό το μήνυμα, όσο μικρό κι αν φαίνεται τη στιγμή που λέγεται, μπορεί να αφήσει αποτύπωμα στον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του.
Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν μέσα από το να αποδεικνύουν συνεχώς την αξία τους σε σχέση με κάποιον άλλο. Μεγαλώνουν όταν νιώθουν ότι αναγνωρίζεται η δική τους προσπάθεια, ο δικός τους ρυθμός, η δική τους προσωπικότητα.
Όταν ένα παιδί συγκρίνεται συχνά, αρχίζει να διαμορφώνει την αυτοεκτίμησή του μέσα από εξωτερικά μέτρα. Αν είναι «καλύτερο», νιώθει προσωρινά καλά. Αν είναι «χειρότερο», νιώθει ότι υστερεί. Αυτή η διαρκής εναλλαγή δημιουργεί ανασφάλεια και πίεση.
Σε κάποιες περιπτώσεις, το παιδί μπορεί να αρχίσει να αποσύρεται. Να σταματήσει να προσπαθεί, γιατί θεωρεί ότι δεν θα φτάσει ποτέ το επίπεδο που περιμένουν οι άλλοι. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να αντιδράσει με ένταση ή ανταγωνισμό, προσπαθώντας να αποδείξει την αξία του.
Και στις δύο περιπτώσεις, η ουσία είναι η ίδια. Το παιδί δεν νιώθει ότι γίνεται αποδεκτό όπως είναι.
Αυτό που χρειάζονται τα παιδιά δεν είναι να συγκριθούν, αλλά να νιώσουν ότι τα βλέπουμε πραγματικά. Ότι αναγνωρίζουμε τη δική τους προσπάθεια, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα δεν είναι τέλειο. Ότι έχουν χώρο να εξελιχθούν χωρίς να μπαίνουν συνεχώς σε μια “κλίμακα”.
Η αλλαγή δεν είναι πάντα εύκολη, γιατί πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε μέσα σε συγκρίσεις και τις κουβαλάμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όμως τη στιγμή που αρχίζουμε να το παρατηρούμε, μπορούμε και να το αλλάξουμε.
Αντί να συγκρίνουμε, μπορούμε να εστιάσουμε στο ίδιο το παιδί. Να μιλήσουμε για τη δική του πρόοδο, για το πώς εξελίσσεται σε σχέση με τον εαυτό του και όχι με τους άλλους. Να του δείξουμε ότι η αξία του δεν εξαρτάται από το πού βρίσκεται σε σχέση με κάποιον άλλο, αλλά από το ποιος είναι.
Γιατί τελικά, αυτό που μένει δεν είναι αν ένα παιδί ήταν «καλύτερο» ή «χειρότερο». Είναι το πώς έμαθε να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των ανθρώπων που το μεγάλωσαν.









