Η στήριξη των γονέων δεν αφορά μόνο τεχνικές για την καθημερινότητα. Όταν σχεδιάζεται σωστά, μπορεί να γίνει μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πρόληψης της βίας μέσα στην οικογένεια, με στόχο την ασφάλεια των παιδιών και των γυναικών, την ισότητα στις σχέσεις και τη δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος φροντίδας.
Νέα διεθνής τεκμηρίωση για τα προγράμματα γονεϊκής υποστήριξης επισημαίνει ότι η βία κατά των παιδιών και η βία κατά των γυναικών συχνά συνυπάρχουν. Αυτό σημαίνει ότι ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα δεν αρκεί να δίνει γενικές συμβουλές. Χρειάζεται να αναγνωρίζει τον κίνδυνο, να προστατεύει τα μέλη της οικογένειας και να συνδέεται με υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής φροντίδας και προστασίας.
1. Ασφάλεια πριν από κάθε εκπαιδευτικό στόχο
Η πρώτη προτεραιότητα είναι να μπορεί ο γονέας ή το παιδί να μιλήσει με ασφάλεια. Οι επαγγελματίες χρειάζονται σαφείς διαδικασίες για την αναγνώριση ενδείξεων βίας, την εμπιστευτικότητα και την παραπομπή σε κατάλληλες υπηρεσίες. Η συμμετοχή σε ένα πρόγραμμα δεν πρέπει ποτέ να αυξάνει τον κίνδυνο για κάποιο μέλος της οικογένειας.
2. Θετική διαπαιδαγώγηση χωρίς φόβο
Οι πρακτικές που βασίζονται στη συνέπεια, στα καθαρά όρια και στην ήρεμη επικοινωνία βοηθούν τους γονείς να διαχειρίζονται δύσκολες συμπεριφορές χωρίς σωματική ή ψυχολογική τιμωρία. Ο στόχος δεν είναι η «τέλεια» συμπεριφορά, αλλά μια σχέση όπου το παιδί γνωρίζει τι αναμένεται και νιώθει ότι ακούγεται.
3. Ισότιμη κατανομή φροντίδας και ευθύνης
Η γονεϊκή υποστήριξη είναι πιο ουσιαστική όταν δεν απευθύνεται μόνο στις μητέρες. Η ενεργή συμμετοχή των πατέρων και άλλων φροντιστών, όπου αυτό είναι ασφαλές, μπορεί να περιορίσει την άνιση επιβάρυνση και να ενισχύσει πρότυπα συνεργασίας και σεβασμού μέσα στο σπίτι.
4. Αναγνώριση του στρες χωρίς δικαιολόγηση της βίας
Οικονομική πίεση, εξάντληση, απομόνωση και προβλήματα ψυχικής υγείας μπορούν να δυσκολέψουν την καθημερινότητα. Η κατανόηση αυτών των παραγόντων βοηθά στην πρόληψη, αλλά δεν δικαιολογεί καμία μορφή βίας. Τα προγράμματα χρειάζεται να προσφέρουν πρακτικές δεξιότητες αυτορρύθμισης και πρόσβαση σε επαγγελματική βοήθεια.
5. Προσαρμογή στην ηλικία και στην πραγματικότητα της οικογένειας
Άλλες ανάγκες έχει μια οικογένεια με βρέφος και άλλες μια οικογένεια με έφηβο. Η γλώσσα, η αναπηρία, η οικονομική κατάσταση, η σύνθεση της οικογένειας και το πολιτισμικό πλαίσιο επηρεάζουν επίσης το τι είναι εφαρμόσιμο. Η ευελιξία αυξάνει τη συμμετοχή και μειώνει τον αποκλεισμό.
6. Σύνδεση με υπηρεσίες, όχι απομόνωση
Ένα πρόγραμμα γονέων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παιδική προστασία, την ιατρική φροντίδα, την ψυχοθεραπεία ή τη νομική υποστήριξη. Χρειάζεται όμως να γνωρίζει πότε και πώς να παραπέμπει, ώστε η οικογένεια να μην αναγκάζεται να αναζητά μόνη της βοήθεια μέσα σε μια κρίση.
7. Μέτρηση πραγματικών αποτελεσμάτων
Η επιτυχία δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι ολοκλήρωσαν τις συναντήσεις. Χρειάζεται να εξετάζονται η μείωση της βίαιης πειθαρχίας, η βελτίωση της σχέσης γονέα-παιδιού, η ασφάλεια των γυναικών, η ισότιμη συμμετοχή στη φροντίδα και η πρόσβαση σε υποστήριξη. Η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με τρόπο που προστατεύει την ιδιωτικότητα.
Τι σημαίνει αυτό για έναν γονέα
Ένα αξιόπιστο πρόγραμμα εξηγεί ξεκάθαρα ποιος το υλοποιεί, ποια εκπαίδευση έχουν οι συντονιστές, πώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα και πού απευθύνεται κάποιος σε περίπτωση κινδύνου. Δεν κατηγορεί, δεν υπόσχεται γρήγορες λύσεις και δεν ζητά από ένα θύμα να αναλάβει την ευθύνη για τη συμπεριφορά του δράστη.
Αν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, η προτεραιότητα είναι η επικοινωνία με τις αρμόδιες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και προστασίας. Η εκπαιδευτική υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη, αλλά δεν αντικαθιστά την εξειδικευμένη παρέμβαση.
Πηγή τεκμηρίωσης: UNICEF Innocenti – Parenting programmes to reduce violence against children and women.









