Λίγες ημέρες πριν ανοίξουν τα σχολεία, πολλά παιδιά αρχίζουν να δείχνουν σημάδια ανησυχίας. Μπορεί να ρωτούν ξανά και ξανά πότε ξεκινά η χρονιά, ποια δασκάλα θα έχουν, αν θα είναι με τους φίλους τους, αν θα τα καταφέρουν στα μαθήματα ή αν θα πρέπει να αλλάξουν τάξη, πρόγραμμα και συνήθειες. Άλλα παιδιά δεν λένε τίποτα τόσο καθαρά. Απλώς γίνονται πιο ευερέθιστα, πιο κολλημένα στους γονείς, πιο γκρινιάρικα ή αρχίζουν να λένε «δεν θέλω να πάω σχολείο».
Για τους γονείς, αυτή η φράση μπορεί να χτυπήσει καμπανάκι. Άλλοτε ακούγεται σαν απλή αντίδραση μετά το χαλαρό καλοκαίρι και άλλοτε σαν κάτι βαθύτερο. Το παιδί μπορεί να βαριέται την επιστροφή στη ρουτίνα, μπορεί όμως και να φοβάται. Μπορεί να δυσκολεύεται με τον αποχωρισμό, να αγχώνεται για την παρέα, να ανησυχεί για τη νέα τάξη ή να έχει συνδέσει το σχολείο με πίεση, αποτυχία ή δυσάρεστες εμπειρίες.
Το σημαντικό είναι να μην αντιμετωπίσουμε αμέσως τη φράση «δεν θέλω να πάω» ως καπρίτσιο, τεμπελιά ή χειρισμό. Το άγχος επιστροφής στο σχολείο είναι συχνό, ειδικά σε περιόδους μετάβασης, και σύμφωνα με ειδικούς της παιδικής ψυχικής υγείας συχνά μειώνεται μέσα στις πρώτες εβδομάδες, όταν το παιδί ξαναβρεί τον ρυθμό του. Χρειάζεται όμως παρατήρηση, γιατί όταν η δυσφορία επιμένει, χειροτερεύει ή οδηγεί σε συστηματική αποφυγή, μπορεί να χρειάζεται επιπλέον στήριξη.
Γιατί ένα παιδί μπορεί να μη θέλει να πάει σχολείο
Η επιστροφή στο σχολείο δεν είναι απλώς επιστροφή στα μαθήματα. Είναι επιστροφή σε πρωινό ξύπνημα, κανόνες, πρόγραμμα, υποχρεώσεις, κοινωνικές σχέσεις, αξιολόγηση, θρανίο, διαλείμματα, συγκρίσεις και αποχωρισμό από το σπίτι. Για ένα παιδί, όλα αυτά μπορεί να φαίνονται πολλά, ειδικά μετά από εβδομάδες πιο χαλαρής καθημερινότητας.
Ένα μικρό παιδί μπορεί να φοβάται τον αποχωρισμό από τους γονείς. Ένα παιδί δημοτικού μπορεί να ανησυχεί για τη δασκάλα, για το αν θα έχει φίλους ή για το αν θα τα καταφέρει στα μαθήματα. Ένας προέφηβος μπορεί να αγχώνεται για την εικόνα του, την παρέα, την απόδοση ή την κοινωνική του θέση μέσα στην τάξη.
Κάποιες φορές, το παιδί ξέρει τι το αγχώνει και μπορεί να το πει. Άλλες φορές όχι. Τότε το άγχος μπορεί να εμφανιστεί σαν άρνηση, θυμός, κλάμα, σιωπή, υπερβολική ανάγκη για διαβεβαίωση ή σωματικά συμπτώματα.
Όταν το άγχος βγαίνει στο σώμα
Πολλά παιδιά δεν λένε «έχω άγχος». Λένε «πονάει η κοιλιά μου», «με πονάει το κεφάλι μου», «νιώθω ότι θα κάνω εμετό», «δεν είμαι καλά». Αυτό δεν σημαίνει ότι λένε ψέματα. Το άγχος μπορεί πράγματι να βιώνεται σωματικά. Η American Academy of Pediatrics αναφέρει ότι η σχολική άρνηση ή αποφυγή μπορεί να συνοδεύεται από συχνά σωματικά συμπτώματα άγχους, όπως πονοκέφαλο ή πόνο στην κοιλιά.
Ο γονιός χρειάζεται να κρατήσει δύο πράγματα μαζί. Πρώτον, δεν αγνοούμε ποτέ το σώμα του παιδιού. Αν υπάρχει πυρετός, εμετός, διάρροια, έντονος πόνος, καταβολή ή κάτι που ανησυχεί, μιλάμε με παιδίατρο. Δεύτερον, αν τα συμπτώματα εμφανίζονται κυρίως όταν πλησιάζει το σχολείο, το πρωί πριν φύγει ή όταν συζητάμε για τη νέα χρονιά, αξίζει να αναρωτηθούμε αν πίσω από αυτά υπάρχει άγχος.
Η σωστή απάντηση δεν είναι «δεν έχεις τίποτα». Είναι «βλέπω ότι νιώθεις άσχημα. Να δούμε λίγο τι συμβαίνει; Σε πονάει το σώμα σου ή υπάρχει και κάτι που σκέφτεσαι για το σχολείο;».
Τι δεν βοηθά να πούμε
Όταν ο γονιός ακούει «δεν θέλω να πάω σχολείο», μπορεί να αντιδράσει από άγχος. «Μην αρχίζεις πάλι», «όλα τα παιδιά πάνε σχολείο», «δεν υπάρχει επιλογή», «μην κάνεις έτσι», «θα περάσει», «δεν είναι τίποτα». Αυτές οι φράσεις μπορεί να λέγονται για να βάλουν όριο, αλλά συχνά κάνουν το παιδί να νιώθει ότι δεν ακούγεται.
Δεν βοηθά επίσης να τρομοκρατούμε το παιδί με φράσεις όπως «αν δεν πας σχολείο, θα μείνεις πίσω», «φέτος θα δυσκολέψουν τα πράγματα», «πρέπει να σοβαρευτείς». Αν το παιδί ήδη αγχώνεται, τέτοιες φράσεις μπορεί να αυξήσουν την πίεση αντί να το κινητοποιήσουν.
Το ζητούμενο δεν είναι να διαπραγματευτούμε αν θα πάει σχολείο. Το ζητούμενο είναι να καταλάβουμε τι κάνει αυτή την επιστροφή τόσο δύσκολη.
Τι μπορούμε να πούμε αντί γι’ αυτό
Μια πιο βοηθητική αρχή είναι η αναγνώριση. «Ακούγεται σαν να σε αγχώνει η επιστροφή.» «Θες να μου πεις τι σκέφτεσαι περισσότερο;» «Υπάρχει κάτι στο σχολείο που σε φοβίζει;» «Είναι η τάξη, οι φίλοι, η δασκάλα ή το πρωινό ξύπνημα;»
Δεν χρειάζεται το παιδί να απαντήσει αμέσως. Μερικές φορές χρειάζεται χρόνο. Μπορεί να πει «δεν ξέρω» και αυτό να είναι αλήθεια. Ο γονιός μπορεί να βοηθήσει βάζοντας πιθανότητες στο τραπέζι, χωρίς να τις επιβάλλει: «Μερικά παιδιά αγχώνονται για το αν θα έχουν φίλους, άλλα για τα μαθήματα, άλλα γιατί δεν θέλουν να αποχωριστούν το σπίτι. Μήπως κάτι από αυτά μοιάζει με αυτό που νιώθεις;».
Όταν το παιδί νιώθει ότι υπάρχει χώρος για την αγωνία του, μειώνεται η ανάγκη να την εκφράσει μόνο με άρνηση.
Δεν ενισχύουμε την αποφυγή, αλλά δεν πιέζουμε τυφλά
Εδώ βρίσκεται η δύσκολη ισορροπία. Από τη μία, δεν βοηθά να αφήνουμε το παιδί να αποφεύγει πλήρως το σχολείο κάθε φορά που αγχώνεται, γιατί η αποφυγή μπορεί να κάνει τον φόβο να μεγαλώνει. Η APA τονίζει ότι είναι σημαντικό να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να αντιμετωπίζουν τους φόβους τους και να μην πέφτουμε στην παγίδα της αποφυγής. Από την άλλη, δεν βοηθά ούτε η σκληρή πίεση χωρίς κατανόηση.
Το παιδί χρειάζεται ένα μήνυμα σαν αυτό: «Το σχολείο είναι κάτι που θα το κάνουμε. Δεν θα σε αφήσω μόνο σου με αυτό. Θα δούμε μαζί τι σε δυσκολεύει και θα βρούμε μικρά βήματα για να γίνει πιο εύκολο».
Αυτό κρατά και το όριο και τη στήριξη. Δεν λέμε «αν φοβάσαι, δεν πας». Δεν λέμε όμως και «δεν με νοιάζει που φοβάσαι». Λέμε «θα πας, αλλά θα σε βοηθήσω να αντέξεις αυτό που σε δυσκολεύει».
Μικρά βήματα πριν την πρώτη μέρα
Πριν ανοίξουν τα σχολεία, μπορούν να βοηθήσουν μικρές κινήσεις προετοιμασίας. Μια βόλτα έξω από το σχολείο, μια συζήτηση για το πρόγραμμα της πρώτης ημέρας, η οργάνωση της τσάντας, η επιλογή ρούχων, η επαναφορά της βραδινής ρουτίνας, μια μικρή συνάντηση με φίλο ή συμμαθητή, αν είναι εφικτό, μπορούν να κάνουν την επιστροφή λιγότερο άγνωστη.
Για παιδιά που αγχώνονται με την αβεβαιότητα, βοηθά πολύ να ξέρουν τι θα συμβεί. Ποιος θα τα πάει, ποιος θα τα πάρει, τι ώρα θα φύγουν, τι θα έχουν στην τσάντα, τι μπορούν να κάνουν αν νιώσουν άγχος μέσα στη μέρα. Δεν χρειάζεται να γεμίσουμε το παιδί με οδηγίες. Χρειάζεται να μειώσουμε το χάος στο μυαλό του.
Μια απλή φράση μπορεί να γίνει σημείο ασφάλειας: «Αν νιώσεις άγχος, πάρε μια ανάσα, πιες λίγο νερό και πες στη δασκάλα ότι χρειάζεσαι βοήθεια». Για μεγαλύτερα παιδιά, μπορεί να είναι: «Δεν χρειάζεται να λύσεις όλη τη χρονιά από την πρώτη μέρα. Πάμε μέρα με τη μέρα».
Όταν υπάρχει φόβος για φίλους ή παρέα
Πολλά παιδιά δεν φοβούνται τόσο τα μαθήματα όσο το διάλειμμα. «Με ποιον θα κάθομαι;», «κι αν δεν με παίζουν;», «κι αν η φίλη μου κάνει παρέα με άλλους;». Αυτά για τους ενήλικες μπορεί να φαίνονται μικρά, αλλά για το παιδί είναι κεντρικά.
Δεν βοηθά να πούμε «σιγά, θα κάνεις φίλους». Πιο χρήσιμο είναι να πούμε: «Σε αγχώνει μήπως μείνεις μόνος;» ή «φοβάσαι ότι η παρέα μπορεί να έχει αλλάξει;». Μετά μπορούμε να δώσουμε μικρές στρατηγικές: να χαιρετήσει ένα παιδί, να καθίσει κοντά σε κάποιον που ξέρει, να ζητήσει να παίξει, να προτείνει κάτι απλό στο διάλειμμα.
Η κοινωνικότητα δεν χτίζεται πάντα με μεγάλες κινήσεις. Για ένα παιδί που αγχώνεται, ακόμη και ένα «να καθίσουμε μαζί;» μπορεί να είναι σημαντικό βήμα.
Όταν υπάρχει φόβος για τη δασκάλα ή τα μαθήματα
Άλλο παιδί μπορεί να ανησυχεί για τη νέα δασκάλα, τους κανόνες ή το αν θα τα καταφέρει. Εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε τις υπερβολικές διαβεβαιώσεις τύπου «θα είναι όλα τέλεια». Καλύτερα να πούμε: «Δεν ξέρουμε ακόμη ακριβώς πώς θα είναι, αλλά θα το γνωρίσεις σιγά σιγά. Αν κάτι σε δυσκολέψει, θα το συζητήσουμε».
Αν το παιδί φοβάται ότι δεν θα τα καταφέρει στα μαθήματα, βοηθά να ξεχωρίσουμε τη χρονιά από την πρώτη μέρα. «Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα από τώρα. Το σχολείο είναι για να μαθαίνεις, όχι για να είσαι ήδη τέλειος». Αυτή η φράση μειώνει την πίεση της επίδοσης και δίνει χώρο στη διαδικασία.
Πότε χρειάζεται περισσότερη προσοχή
Το άγχος επιστροφής είναι συχνό, αλλά υπάρχουν σημάδια που χρειάζονται παρακολούθηση. Αν το παιδί αρνείται συστηματικά να πάει σχολείο, αν έχει έντονα σωματικά συμπτώματα χωρίς σαφή ιατρική αιτία, αν το άγχος δεν μειώνεται μετά τις πρώτες εβδομάδες, αν χειροτερεύει, αν υπάρχουν συχνές απουσίες, έντονη θλίψη, αλλαγές στον ύπνο ή στην όρεξη, φόβος για συγκεκριμένο παιδί ή ενδείξεις bullying, τότε χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση.
Η Cleveland Clinic αναφέρει ότι όταν η σχολική άρνηση ή το έντονο άγχος με σωματικά συμπτώματα διαρκεί δύο εβδομάδες ή περισσότερο, είναι ώρα για συζήτηση με επαγγελματία υγείας παιδιών. Το Johns Hopkins σημειώνει επίσης ότι όταν η δυσφορία γύρω από το σχολείο συνεχίζεται περίπου μετά τον πρώτο μήνα, δεν βελτιώνεται ή επιδεινώνεται, μπορεί να χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό ψυχικής υγείας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που αγχώνεται χρειάζεται θεραπεία. Σημαίνει ότι οι γονείς δεν χρειάζεται να περιμένουν μέχρι η κατάσταση να γίνει πολύ δύσκολη. Μπορούν να μιλήσουν με τον παιδίατρο, τον εκπαιδευτικό, τον σχολικό ψυχολόγο όπου υπάρχει ή έναν ειδικό ψυχικής υγείας παιδιών.
Η συνεργασία με το σχολείο έχει σημασία
Αν το παιδί δυσκολεύεται πολύ, το σχολείο πρέπει να γνωρίζει. Όχι για να μπει ταμπέλα στο παιδί, αλλά για να υπάρχει υποστήριξη. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να παρατηρήσει τι συμβαίνει στην τάξη, στο διάλειμμα, στην αποχώρηση ή στην πρωινή είσοδο. Μπορεί να βοηθήσει το παιδί να νιώσει πιο ασφαλές, να του δώσει μικρές ευθύνες, να το συνδέσει με συμμαθητές ή να ενημερώσει τους γονείς αν δει κάτι ανησυχητικό.
Η σχολική άρνηση δεν λύνεται πάντα μόνο στο σπίτι. Χρειάζεται συχνά συνεργασία ανάμεσα σε γονείς, σχολείο και, όταν χρειάζεται, ειδικούς.
Το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι μπορεί να φοβάται και να προχωρά
Ο στόχος δεν είναι να εξαφανίσουμε κάθε άγχος πριν αρχίσει το σχολείο. Αυτό δεν είναι πάντα ρεαλιστικό. Ο στόχος είναι να βοηθήσουμε το παιδί να καταλάβει ότι μπορεί να νιώθει άγχος και παρ’ όλα αυτά να κάνει το επόμενο βήμα. Να πάει στην τάξη. Να χαιρετήσει. Να ζητήσει βοήθεια. Να περάσει την πρώτη μέρα. Μετά τη δεύτερη. Μετά την πρώτη εβδομάδα.
Η επιστροφή στο σχολείο δεν χρειάζεται να γίνει με πίεση, απειλές ή ακύρωση. Χρειάζεται σταθερότητα, μικρά βήματα, καθαρό πλαίσιο και γονείς που ακούν αυτό που κρύβεται πίσω από τη φράση «δεν θέλω να πάω».
Γιατί πολλές φορές το παιδί δεν λέει απλώς ότι δεν θέλει σχολείο. Λέει ότι κάτι μέσα του δυσκολεύεται. Και όταν οι μεγάλοι το ακούσουν σωστά, μπορούν να το βοηθήσουν όχι να αποφύγει τη δυσκολία, αλλά να τη συναντήσει με περισσότερη ασφάλεια.









